Δεοντολογία και δημόσιος λόγος για την ψυχική υγεία: πως η απλουστευτική προσέγγιση του ψυχικού πόνου μπορεί να είναι επιβλαβής.
Τα τελευταία χρόνια, ο λόγος γύρω από την ψυχική υγεία γίνεται όλο και πιο παρών στη δημόσια σφαίρα. Ως εκ τούτου, ανακύπτουν και σημαντικά ερωτήματα για το πώς μιλάμε για τον ψυχικό πόνο και με ποια ευθύνη.
Δημόσιος λόγος και αναπαράσταση του ψυχικού πόνου
Συχνά κυκλοφορούν λόγοι ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως «μέντορες» ή «ειδικοί» και μιλούν για σχέσεις, τραύμα και ψυχική δυσκολία με απλουστευτικό ή ακόμη και «χιουμοριστικό» τρόπο. Πρόκειται για λόγο που συχνά γίνεται δημοφιλής, επειδή προσφέρει βεβαιότητα εκεί όπου υπάρχει σύγχυση και υπόσχεται εύκολες απαντήσεις σε σύνθετα ψυχικά ζητήματα.
Ίσως εδώ έχει σημασία να μη σταθούμε σε πρόσωπα, αλλά στη δεοντολογία όσων μιλούν δημόσια για την ψυχική ζωή. Ο ψυχικός πόνος δεν αποτελεί αφηρημένο φαινόμενο· συνδέεται με ιστορίες ζωής, τραυματικές εμπειρίες και σχέσεις εξουσίας. Η επιφανειακή ή ειρωνική προσέγγισή του ενέχει τον κίνδυνο να ακυρώσει τη μοναδικότητα του βιώματος και να αναπαράγει στερεότυπα, ιδιαίτερα όταν αφορά ευάλωτες ομάδες ή ανθρώπους με εμπειρίες κακοποίησης.
Όταν η ανθρώπινη δυσκολία μετατρέπεται σε γενικό αφήγημα ή σε πομπώδη λόγο καθοδήγησης, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί το πρόσωπο πίσω από την εμπειρία: ο άνθρωπος δεν συναντάται ως μοναδικό υποκείμενο, αλλά ως κατηγορία.
Η ψυχοθεραπευτική στάση και η ευθύνη της σχέσης
Η ψυχοθεραπευτική στάση δεν στηρίζεται στη βεβαιότητα αλλά στη διερεύνηση. Δεν προϋποθέτει ότι ο θεραπευτής «γνωρίζει», αλλά ότι αντέχει να μη γνωρίζει εκ των προτέρων. Η γνώση στην ψυχοθεραπεία δεν λειτουργεί ως συνταγή· αναδύεται μέσα στην θεραπευτική σχέση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εκπαίδευση, η εποπτεία και η προσωπική θεραπεία του επαγγελματία δεν αποτελούν τυπικές προϋποθέσεις, αλλά όρους προστασίας του θεραπευόμενου, του θεραπευτή και της μεταξύ τους σχέσης. Η δεοντολογία δεν αφορά μόνο κανόνες, αλλά τη στάση απέναντι στην ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Γι’ αυτό και έχει σημασία να είμαστε προσεκτικοί ως προς το πού εμπιστευόμαστε την ψυχική μας δυσκολία. Η επιλογή θεραπευτή δεν σχετίζεται με το ύφος ή τη δημοφιλία, αλλά με τη δεοντολογική του θέση, την κλινική του επάρκεια και τον τρόπο που στέκεται απέναντι στον ψυχικό πόνο.
Η ψυχική υγεία δεν είναι πεδίο επίδειξης.
Συνιστά πεδίο σύνδεσης και ευθύνης.