Η απόφαση να ξεκινήσει κάποιος ψυχοθεραπεία δεν υπακούει σε συγκεκριμένο “πρέπει”.
Μπορεί να προκύπτει από ένα σαφές γεγονός — μια απώλεια, μια κρίση πανικού, μια δυσκολία που επιμένει — ή από ένα πιο αδιόρατο αίσθημα θλίψης, άγχους ή εσωτερικού κενού.
Πολλές φορές, η αφορμή μπορεί να είναι πιο αθόρυβη :
ένα αίσθημα ότι επαναλαμβάνω τα ίδια, ότι οι σχέσεις μου μπλοκάρουν, ότι ο τρόπος που ζω δεν μου επιτρέπει να ανασάνω.
Η ψυχοθεραπεία δεν απευθύνεται μόνο στο σύμπτωμα, αλλά σε αυτό που κρύβεται πίσω του· δεν δίνει έτοιμες λύσεις, αλλά χώρο για να βρούμε τις δικές μας.
Είναι μια διαδικασία συνάντησης με τον εαυτό κατά την οποία μπορούμε να σκεφτούμε, να αισθανθούμε, να συνδεθούμε και σταδιακά να μετακινηθούμε.
Στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία αφετηρία αποτελεί η πεποίθηση πως ένα μεγάλο μέρος της ψυχικής μας ζωής είναι ασυνείδητο.
Τα συμπτώματα, οι συγκρούσεις, οι επαναλαμβανόμενες δυσκολίες μας δεν είναι τυχαία — εκφράζουν κάτι από την προσωπική μας ιστορία.
Η θεραπευτική εργασία γίνεται μέσα από τον λόγο και τη σχέση, μέσα σε ένα σταθερό πλαίσιο όπου ο άνθρωπος μπορεί να αφήσει τις σκέψεις του να ξεδιπλωθούν χωρίς λογοκρισία. Η θεραπευτική σχέση γίνεται δρόμος κατανόησης, καθώς μέσα της συχνά επανέρχονται παλιά σχήματα και τρόποι σχετίζεσθαι — αυτή τη φορά για να αναγνωριστούν και να επεξεργαστούν.
Στόχος δεν είναι απλά η άμεση ανακούφιση ή η αλλαγή της συμπεριφοράς μέσω συγκεκριμένων τεχνικών. Στην ψυχαναλυτική εργασία προσπαθούμε να φωτίσουμε την ψυχική ρίζα του συμπτώματος και εστιάζουμε στην κατανόηση του νοήματος, δίνοντας τη δυνατότητα σε μια ουσιαστικότερη και πιο σταθερή αλλαγή να συμβεί.
Η ψυχανάλυση, όπως θεμελιώθηκε από τον Freud και όπως εξελίχθηκε στον σύγχρονο ψυχαναλυτικό χώρο, αποτελεί μια βαθύτερη και πιο απαιτητική μορφή θεραπευτικής διαδικασίας. Προυποθέτει συχνότερες συνεδρίες μέσα στην εβδομάδα και χρήση του ντιβανιού, ώστε οι συνειρμοί να εκφράζονται με μεγαλύτερη ελευθερία.
Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, με μία ή δύο συνεδρίες την εβδομάδα και πρόσωπο με πρόσωπο, βασίζεται στην ίδια θεωρητική και κλινική παράδοση, δίνοντας έμφαση στην αναζήτηση νοήματος, την θεραπευτική σχέση και την πίστη στο ασυνείδητο.
Είναι μια μορφή ψυχαναλυτικής δουλειάς που προσαρμόζεται στους ρυθμούς και στις ανάγκες του σημερινού ανθρώπου, χωρίς να χάνει την ουσία της.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο στόχος δεν είναι απλώς να φύγει το δυσάρεστο συναίσθημα, αλλά να καταλάβουμε από πού έρχεται και τι ζητά να ειπωθεί.
Ο κλινικός ψυχολόγος είναι επαγγελματίας ψυχικής υγείας με ειδίκευση στην κλινική αξιολόγηση, διάγνωση και θεραπευτική υποστήριξη της ψυχοπαθολογίας.
Έχει ολοκληρώσει εκπαίδευση και εποπτευόμενη πρακτική άσκηση σε κλινικά πλαίσια, ενώ κατέχει ήδη άδεια ασκήσεως επαγγέλματος από το κράτος.
Διαφέρει από άλλες ειδικότητες ψυχολογίας (π.χ. σχολική, οργανωσιακή), καθώς η εκπαίδευσή του επικεντρώνεται αποκλειστικά στην κλινική και θεραπευτική εργασία.
Επιπλέον, μπορεί να μετεκπαιδευθεί σε συγκεκριμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις — όπως η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία — για να μπορεί να προσφέρει ψυχοθεραπεία με θεωρητικό υπόβαθρο και κλινική επάρκεια.
Η επιλογή ψυχοθεραπευτή είναι μια βαθιά προσωπική απόφαση. Χρειάζεται να νιώθουμε ότι ο άνθρωπος απέναντί μας μας ακούει πραγματικά, με σεβασμό και γνήσιο ενδιαφέρον – ότι δημιουργείται ένας χώρος όπου μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα, ακόμη και για όσα είναι δύσκολο να ειπωθούν.
Η θεραπευτική σχέση θεμελιώνεται πάνω στην εμπιστοσύνη, και μέρος αυτής είναι και να υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο και τεκμηριωμένο επιστημονικό υπόβαθρο. Είναι σημαντικό να βεβαιωθούμε πως ο ειδικός διαθέτει άδεια άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου ή ιατρού, έχει ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε θεραπευτική προσέγγιση, εποπτεύεται και επιμορφώνεται διαρκώς.
Η ψυχοθεραπεία είναι μια σχέση που χτίζεται στον χρόνο, με τρόπο που καλλιεργεί τη δική μας ικανότητα να κατανοούμε τον εαυτό μας και να παίρνουμε θέση και ευθύνη στη ζωή μας. Ως εκ τούτου, πρακτικές που λειτουργούν ως άμεσες λύσεις ή συγκεκριμένες κατευθύνσεις δεν αποτελούν ψυχοθεραπεία και δεν ευνοούν την εσωτερική μετακίνηση και αυτογνωσία.
Οι τίτλοι αυτοί συχνά δημιουργούν σύγχυση:
Η διάρκεια της θεραπευτικής πορείας δεν είναι κάτι που μπορεί να οριστεί από πριν. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία, τον δικό του ρυθμό, τον δικό του τρόπο επεξεργασίας.
Στην ψυχαναλυτική/ψυχοδυναμική θεραπεία, σεβόμαστε αυτήν την πολυπλοκότητα — δεν στοχεύουμε στην ταχεία «επίλυση» ενός συμπτώματος, αλλά στην ουσιαστική κατανόηση της εμπειρίας και στη σταδιακή μετακίνηση του ψυχισμού.
Η σχέση και η διαδικασία χρειάζονται χρόνο για να χτιστούν.
Άλλωστε, αυτό που μας έφερε μέχρι εδώ δεν δημιουργήθηκε σε μία ημέρα· το να επεξεργαστούμε βαθύτερα στρώματα του εαυτού απαιτεί χώρο, επιμονή και κατανοήση προς αυτό που αναδύεται.
Γράψτε μου τη σκέψη ή την απορία σας και θα επικοινωνήσω άμεσα μαζί σας.