Αυτό είναι ένα κείμενο που δεν ήξερα ότι ήθελα να γράψω. Όμως, τελικά, σχηματίστηκαν τόσες λέξεις μέσα μου, που έπρεπε να τις αποτυπώσω κάπου.
Από τη μέρα που έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου του Μαζωνάκη αναπαράγονται με κατακλυσμιαίο ρυθμό πληροφορίες, εξομολογήσεις, φωτογραφίες, κάθε λογής μοιράσματα. Σα να μετριούνται πλέον στα δάχτυλα οι άνθρωποι που δεν έχουν να καταθέσουν κάποια εμπειρία που μοιράστηκαν με τον καλλιτέχνη. Και η αλήθεια είναι ότι είτε άκουγες είτε δεν άκουγες Μαζωνάκη, είτε σ’άρεσε είτε δε σ’άρεσε, είτε συμφωνούσες με τις επιλογές του είτε όχι, κάποια στιγμή, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, τα τραγούδια και η φωνή του θα βρέθηκαν στο background της ζωής σου. Δεν θέλω να σταθώ στο πόσο πρωτοποριακή και αυθεντική ήταν η υπόστασή του, για την εποχή στην οποία εμφανίστηκε και άνθισε, μέχρι και σήμερα. Αλλά στο ότι ήταν, από ό,τι φαίνεται, ένας άνθρωπος που κατάφερνε να απευθύνεται σε όλους, που κατάφερνε να κάνει τον καθένα να νιώθει ορατός (to feel seen, που λέμε). Κι αυτό είναι κάτι που υποστηρίζουν με ένα στόμα μια φωνή όλα αυτά τα ετερόκλητα πλήθη τώρα. Αναρωτιέμαι, όμως, εκείνον πόσο μπόρεσαν να τον δουν πραγματικά; Όσο ήταν εν ζωή, για να μη μπερδευόμαστε.
Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπήθηκε, ένας άνθρωπος που επικρίθηκε, μα και ένας άνθρωπος που υπέφερε. Τα τελευταία χρόνια κατασπαράχθηκε στη δημόσια σφαίρα, όσο έβγαιναν στη δημοσιότητα πληροφορίες και ντοκουμέντα για την εξάρτηση και τις ψυχικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Δεν θα σταθώ παραπάνω σε λεπτομέρειες για αυτά, σκέφτομαι πολύ, όμως, τη μετατόπιση που μπορεί να έχει η στάση μας όταν μιλάμε για έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται και για έναν άνθρωπο πλέον νεκρό.
Υπάρχει μια αρχαία, ηθική επιταγή που υπαγορεύει ότι για τους νεκρούς πρέπει να λέμε μόνο καλά λόγια. Τη λέμε σεβασμό στη μνήμη τους. Λέμε ότι έτσι τους προστατεύουμε, αφού δεν είναι εδώ για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Μήπως, όμως, προστατεύει και εμάς από την αμφιθυμία μας; Απ’το να κρατήσουμε ταυτόχρονα την αγάπη και την απόρριψη που μπορεί να νιώθαμε για αυτούς όσο ζούσαν;
Συχνά, ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται ψυχικά μας εκθέτει σε πράγματα που δεν θέλουμε να δούμε: την ψυχική αποδιοργάνωση, την εξάρτηση, την απώλεια ελέγχου. Και ίσως πάνω από όλα την ευαλωτότητα. Σα να μας θυμίζει με ένα τρόπο το πόσο εύθραυστος μπορεί να γίνει ο ψυχισμός μας – πριν προλάβουμε να γυρίσουμε γρήγορα το βλέμμα και να σκεφτούμε «κρίμα, αλλά με τέτοια ζωή δε θέλει και πολύ». Σα να είναι κάτι πολύ μακριά από μας εντωμεταξύ, οπότε αντιδράμε με χιούμορ και κουτσομπολιό στην καλύτερη, με απαξίωση και αποστασιοποίηση στην έσχατη.
Ο νεκρός, από την άλλη, δε ζητάει κάτι, δε μας φέρνει σε δύσκολη θέση. Δε χρειάζεται να μετρήσουμε το πόσο κοντά του θα έρθουμε και τι θα σημαίνει αυτό για εμάς. Οπότε μπορούμε γενναιόδωρα να του πλέξουμε το εγκώμιο και να εξυμνήσουμε την καλή του την καρδιά και το αποτύπωμα της τέχνης του.
Μήπως, άραγε, αντέχουμε ευκολότερα τη δυσκολία ενός ανθρώπου, όταν αυτή πάψει να απαιτεί κάτι από εμάς;
Προσπαθούμε να χωρέσουμε τον πάσχοντα σε μία κατηγορία, να υποθέσουμε, να αιτιολογήσουμε, να αποστασιοποιηθούμε, να γίνει εκείνος που δυσκολεύεται για τον χ λόγο. Κι όταν εκείνος πια φεύγει, τότε ανασύρουμε από τα έγκατα των αναμνήσεών μας ό,τι μπορεί να είχαμε μοιραστεί μαζί του. Και μιλάμε για την καλοσύνη του, την ευαισθησία του, την προσφορά του, με έναν τρόπο σα να τα κάνουμε και λίγο δικά μας. Δε θα ήταν πολύ πιο ωραίο να μπορούσαμε να δείχνουμε τέτοια ευγένεια και συμπόνια στους ανθρώπους που δυσκολεύονται ψυχικά όσο είναι ακόμα εν ζωή; Έχει κι ένα τίμημα, όμως, αυτό – να πλησιάσουμε τη δική μας ευθραυστότητα. Γιατί όσο προσπαθούμε να σταθούμε με κατανόηση στη δυσκολία του άλλου, ίσως και να μπορέσουμε να δούμε πιο καθαρά και πιο μαλακά και δικά μας κομμάτια. Και αντίστροφα.
Ενδεχομένως η μόνη τιμή που αξίζει πραγματικά σε κάποιον που έφυγε, είναι να αλλάξουμε λίγο τον τρόπο που βλέπουμε αυτούς που έμειναν.