• 5 Σεπτεμβρίου 2026

Η Δεύτερη Πρωτοχρονιά

Και γιατί ο Σεπτέμβρης κατέληξε να σηκώνει τόσο βάρος

Μπήκε ο Σεπτέμβριος και δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος μήνας που να τον έχουμε πιάσει τόσο στο στόμα μας. Δεύτερη Πρωτοχρονιά για πολλούς, χωρίς τα φωτάκια και το γκλίτερ απλώς – τι βάρος κι αυτό, για έναν μήνα που ακόμα δεν ξέρει καλά καλά αν ζεσταίνεται ή αν θέλει να τυλιχτεί με λεπτό πουλοβεράκι.

Το «δε-θέλω-να-πάω-σχολείο» χέρι χέρι με τις ατέλειωτες λίστες στοχοθεσίας, η μελαγχολική νοσταλγία του αποχωρισμού χέρι χέρι με την στρεσαρισμένη ταχυκαρδία της επιστροφής.

Αναρωτιόμαστε, άραγε, ποτέ, σε τι επιστρέφουμε τελικά; Τι υπάρχει σε αυτή την επιστροφή που μας πανικοβάλλει;

Έχει προηγηθεί ο Αύγουστος, ο μήνας της παύσης – μια παύση που μπορεί να είναι από ανακουφιστική έως τρομακτική. Η καθημερινότητα έχει επιβραδύνει, τα προγράμματα έχουν μετακινηθεί. Ενδεχομένως να υπάρχει περισσότερη εγγύτητα με κάποιους ανθρώπους και περισσότερη απόσταση από κάποιους άλλους. Ό,τι φαντάζει αποσταθεροποιητικό και απειλητικό για μερικούς, διακινεί ενθουσιασμό και περιέργεια σε άλλους. Όποιο και να ‘ναι το πρόσημο, όμως, οι καλοκαιρινές διακοπές (και ο χώρος που ανοίγεται μαζί τους) έχουν μια παντοδύναμη ιδιότητα που τις κάνει να δίνουν την εντύπωση ότι θα κρατήσουν για πάντα. Όπως τότε, που έκλειναν τα σχολεία για 3 μήνες, και όντως αυτό ήταν ένα απέραντο πάντα για τον παιδικό ψυχισμό.

Και μετά έρχεται ο Σεπτέμβρης, σα να θέλει να μας αρπάξει την ξεγνοιασιά. «Τα κεφάλια μέσα» ακούγαμε από μικροί, φορτίζοντας αυτές τις μέρες με μια σχεδόν τιμωρητική χροιά. Σαν η επιστροφή σε ένα ρυθμό και μια ρουτίνα να είναι καταναγκαστική εργασία. Συχνά σκεφτόμαστε ότι επιστρέφουμε σε υποχρεώσεις και ευθύνες και αυτό είναι που μας δυσαρεστεί. Και ορθά, αφού αυτά δε συνάδουν τόσο με την καλοκαιρινή παιδικότητα.

Γιατί, μέσα σ’όλα, αυτό που συμβαίνει κάθε Σεπτέμβριο είναι κι ένας αποχωρισμός. Αποχωριζόμαστε μια εκδοχή του εαυτού μας. Μια εκδοχή του εαυτού μας που μπορεί να νιώθει πιο ελεύθερη, σε έναν χωροχρόνο όπου όλα είναι δυνατά. Που έχει παραπάνω χρόνο να ξεκουράζεται, ακόμα και να κοιμάται το μεσημέρι (ίσως με τύψεις, αλλά και πάλι). Που μπορεί να παίζει σε θάλασσες και να χαζεύει σε πλατείες. Που μπορεί να βγάζει τη μέρα χωρίς google calendar και time slots. Που μπορεί να περνάει ώρες να αναπολεί εκείνα τα παιδικά καλοκαίρια και να αναρωτιέται αν και πως θα ξανανιώσει τόσο ανάλαφρη.

Αν, λοιπόν, αποχαιρετάμε μια εκδοχή του εαυτού μας κάθε Σεπτέμβρη, γεννιέται κι ένα δεύτερο ερώτημα : επιστρέφουμε, άραγε, ακριβώς οι ίδιοι; Ή μήπως κάτι μέσα σε όλον αυτόν τον χώρο που ανοίχτηκε, έχει ήδη μετακινηθεί;

Ίσως και για λίγες μέρες να μην είμαστε ούτε η εκδοχή του Αυγούστου, ούτε αυτή που (νιώθουμε ότι) μας περιμένει τον Σεπτέμβρη – αλλά κάτι ανάμεσα. Να διαβάζουμε ένα βιβλίο στην παραλία, αλλά να ρίχνουμε και κλεφτές ματιές στο ημερολόγιο. Να πηγαίνουμε έξω για φαγητό αλλά να κάνουμε και πρόχειρες πράξεις για τα έξοδα του επόμενου μήνα. Σα να δοκιμάζουμε σιγά σιγά πόσο από τον παλιό μας εαυτό μπορούμε να κρατήσουμε, πριν χρειαστεί να τον αφήσουμε μέχρι την επόμενη χρονιά. Και αυτό το ανάμεσα μπορεί να είναι αμήχανο και να φέρνει αγωνία, είναι, όμως, και το σημείο που συμβαίνει κάτι σημαντικό : δεν μας ζητά να αποφασίσουμε ποιοι θα είμαστε, μόνο να παρατηρήσουμε ποιοι είμαστε ήδη. Είναι ίσως το μόνο σημείο που η αλλαγή δεν έχει πάρει σχήμα ακόμα, δεν έχει οριστεί, δεν έχει γίνει υποχρέωση.

Συχνά ο Σεπτέμβρης φοράει τη μάσκα της υπόσχεσης. Σα να θέλουμε να επανορθώσουμε αν ξεκουραστήκαμε ή καλοπεράσαμε και τώρα να πρέπει να υποσχεθούμε ότι θα είμαστε καλά και συνετά παιδιά. Ότι θα πάμε και γυμναστήριο, θα ξεκινήσουμε και διατροφή, θα γραφτούμε και σε εκείνο το χόμπι που λέγαμε, θα ξεκινήσουμε και μια ξένη γλώσσα, θα παρακολουθήσουμε ίσως και κανένα επιμορφωτικό σεμινάριο. Εν γένει θα γεμίσουμε όλο μας τον χρόνο και όσο χώρο μας απομένει με την φαντασίωση ότι θα αλλάξουμε και θα εξελιχθούμε και θα κάνουμε μια νέα αρχή. Πολλές φορές, κιόλας, αυτές οι ιδέες αποτυπώνονται και σε μορφή λίστας «στόχων», που την ανασύρουμε την οφίσιαλ Πρωτοχρονιά για να ελέγξουμε – σα βαθμούς προόδου α’ τριμήνου – πως τα πάμε και τι διορθωτικές κινήσεις θα χρειαστεί να κάνουμε μέχρι το καλοκαιρινό απολυτήριο.

Έχετε σκεφτεί ποτέ, ότι μπορεί και να μη χρειάζεται κάθε επιστροφή να είναι και μια νέα αρχή; Μερικές φορές μπορεί απλά να επιστρέφουμε – στην καθημερινότητα μας, στους ανθρώπους μας, στην σταθερότητά μας ή στην αβεβαιότητα μας, στα προβλήματα που αφήσαμε για λίγο στην άκρη, στα ίδια ερωτήματα.

Και ίσως να αξίζει, αντί να βιαστούμε να ορίσουμε τι θα αλλάξουμε, να σταθούμε και να παρατηρήσουμε αν και τι έχει ήδη αλλάξει, μέσα μας.

 

Ολόκληρο το άρθρο, καθώς και άλλες σκέψεις και σημειώσεις, θα βρείτε και στο προφίλ μου στο Substack : germanopouloupsy.substack.com

Σας προσκαλώ να συνδεθούμε και εκεί, για να σκεφτόμαστε και να συζητάμε, χωρίς να ξέρουμε απαραίτητα που καταλήγουν τα πράγματα.