Σωστά και λάθος συναισθήματα : γιατί νιώθουμε ενοχή για αυτό που αισθανόμαστε
Πολλοί άνθρωποι φτάνουν στο θεραπευτικό δωμάτιο κουβαλώντας μια βαθιά, συχνά αδιόρατη ενοχή για αυτό που αισθάνονται. Δεν πρόκειται μόνο για τη δυσκολία του ίδιου του συναισθήματος, αλλά για κάτι πιο σύνθετο: για την αίσθηση ότι αυτό που νιώθουν δεν είναι όπως «θα έπρεπε» να είναι. Σαν να στέκονται απέναντι σε έναν εσωτερικό κριτή που αξιολογεί και ταξινομεί την εμπειρία τους σε σωστή και λάθος, επιτρεπτή και απαγορευμένη.
«Δεν είναι σωστό να νιώθω έτσι»
Αυτή η εσωτερική φωνή εκφράζεται συχνά με φράσεις που επανέρχονται με μικρές παραλλαγές: «Δεν είναι σωστό που θύμωσα με τη μητέρα μου, έχει κάνει τόσα για μένα», «ο πατέρας μου δούλευε ασταμάτητα για να μας προσφέρει τα πάντα, θα ήταν αχαριστία να παραπονεθώ», «δεν γίνεται να ζηλεύω τα αδέρφια μου», «δεν είναι σωστό να θυμώνω με τη φίλη μου, απλώς μου λείπει», «ντρέπομαι που το λέω, αλλά έχω κουραστεί από τη δουλειά μου», «δεν μου αρέσει που το νιώθω αυτό, αλλά ζηλεύω».
Μέσα σε αυτές τις φαινομενικά απλές διατυπώσεις, συμπυκνώνεται ένας ολόκληρος εσωτερικός κόσμος, αλλά και μια προσπάθεια να τροποποιηθεί το συναίσθημα πριν ακόμη αναγνωριστεί πλήρως.
Πώς μαθαίνουμε ποια συναισθήματα «επιτρέπονται»
Ανακύπτει, λοιπόν, το ερώτημα: πώς προκύπτει αυτή η ανάγκη να διαχωρίζουμε τα συναισθήματά μας σε «σωστά» και «λάθος»; Τα συναισθήματα, από τη φύση τους, δεν υπακούν σε ηθικές κατηγορίες. Κι όμως, πολύ νωρίς στη ζωή, το παιδί δεν μαθαίνει μόνο ποια συμπεριφορά είναι αποδεκτή, αλλά και ποια συναισθηματική εμπειρία μπορεί να εκφραστεί και ποια όχι.
Μέσα από τις πρώτες του σχέσεις, μαθαίνει —συχνά σιωπηλά— αν ο θυμός του θα βρει χώρο ή θα θεωρηθεί απειλητικός, αν η λύπη του θα παρηγορηθεί ή θα αγνοηθεί, αν η ζήλια του θα γίνει ανεκτή ή θα στιγματιστεί. Με αυτόν τον τρόπο, ορισμένα συναισθήματα βρίσκουν σταδιακά θέση και γλώσσα, ενώ άλλα αποσύρονται από το προσκήνιο της συνείδησης.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι παύουν να υπάρχουν. Συχνά επιστρέφουν με έμμεσους τρόπους: ο θυμός μπορεί να βιώνεται ως ενοχή, η ζήλια να μεταμφιέζεται σε αδιαφορία, η θλίψη να εμφανίζεται ως κόπωση ή αποστασιοποίηση. Η μεταμφίεση αυτή δεν είναι τυχαία. Aποτελεί έναν τρόπο ψυχικής οργάνωσης που κάποτε υπήρξε αναγκαίος, επειδή η άμεση έκφραση του συναισθήματος δεν ήταν εφικτή ή ασφαλής.
Η ψυχοθεραπεία δεν «διορθώνει» τα συναισθήματα
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προσδοκία ότι η ψυχοθεραπεία θα «διορθώσει» τα συναισθήματα και θα τα αντικαταστήσει με πιο κατάλληλα ή πιο αποδεκτά συχνά αποδεικνύεται παραπλανητική. Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανιστούν ο θυμός, η ζήλια ή η απογοήτευση, ούτε να αντικατασταθούν από κάτι «καλύτερο».
Η θεραπευτική εργασία αφορά, περισσότερο, τη δυνατότητα να αποκτήσουν λόγο εκείνα τα συναισθήματα που κάποτε δεν είχαν χώρο να υπάρξουν, να αναγνωριστούν χωρίς να ακυρωθούν και να νοηματοδοτηθούν μέσα στο πλαίσιο της προσωπικής ιστορίας του καθενός.
Να αντέξουμε να νιώθουμε
Ίσως, τελικά, το κρίσιμο ερώτημα να μην είναι πώς θα καταφέρουμε να νιώθουμε «σωστά», αλλά αν μπορούμε να αντέξουμε να ερχόμαστε σε επαφή με αυτό που πράγματι νιώθουμε. Να αντέξουμε την αμφιθυμία, το να συνυπάρχουν δηλαδή αντικρουόμενα συναισθήματα προς το ίδιο πρόσωπο. Nα αντέξουμε τη ζήλια χωρίς να διαλυθεί η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Nα αντέξουμε την απογοήτευση, την έλλειψη, την επιθυμία.
Με αυτή την έννοια, η ψυχική εργασία δεν στοχεύει στη διόρθωση του συναισθήματος, αλλά στη διεύρυνση της ικανότητας να το φέρουμε. Και αυτή η ικανότητα —όσο αυτονόητη κι αν φαίνεται— δεν είναι δεδομένη. Eίναι κάτι που σταδιακά κατακτάται.
Ένα τελευταίο σημείο
Αν αναγνωρίζετε κάτι από τα παραπάνω στον εαυτό σας, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «κάτι δεν πάει καλά». Ίσως σημαίνει ότι κάποια συναισθήματα δεν είχαν μέχρι τώρα τον χώρο να ακουστούν όπως τους αναλογεί.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει έναν τέτοιο χώρο — όχι για να αλλάξει αυτό που νιώθετε, αλλά για να μπορέσει να υπάρξει, να ειπωθεί και, σταδιακά, να γίνει πιο ανεκτό.